{ Ο ΛΟΓΟΣ ΕΧΕΙ ΔΥΝΑΜΗ & Η ΔΥΝΑΜΗ ΕΧΕΙ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΗΣ // www.kakoskeimena.net // www.kakoskeimena.com }
Posts tagged ‘2013’
Πάλι τα σύννεφα κινούνται λες και επίκειται βιβλική καταστροφή έξω ακριβώς από την πολυκατοικία μου. Το ένα εισβάλλει μέσα στο άλλο και εναλλάσσονται και κάποιες στιγμές φτιάχνουν λέξεις, σχήματα στον γκρίζο ουρανό απευθυνόμενα σε εμένα. Το στομάχι μου για μια ακόμα ημέρα κοντεύει να φτάσει…
Και είπανε ότι ήρθε το τέλος του κόσμου. Ένα δειλινό μιας Παρασκευής, έτσι αναπάντεχα, την ώρα εκείνη που οι ψυχές γλυκαίνουν από αγαλίαση για μια ακόμα κουραστική εβδομάδα που φεύγει. Τη στιγμή που κανείς δεν περιμένει πως, στ’ αλήθεια, δεν θα υπάρξει πια άλλο Σαββατοκύριακο.…
Πάνω στο τραπέζι στεκόταν ακόμα εκείνη η σκονισμένη παλιά κορνίζα που δεν κουνήθηκε ποτέ από τη θέση της για δεκαετίες ολόκληρες, λες κι είχε βγάλει ρίζες αιωνόβιου φυτού. Η φωτογραφία που είχε μέσα στα φθαρμένα πλαίσιά της δεν ήταν ακριβώς έγχρωμη, είχε χρώματα κυρίως καφετιά,…
Έκανα μια τελευταία βόλτα στο χωριό μου. Ήταν μεσημέρι κι όλοι είχαν μπει στα σπίτια μέσα για φαγητό και μετά για κουβεντούλα σιγανή και ύπνο πάνω στα πολύχρωμα ντιβάνια. Είχε ησυχία και ήλιο παντού και αυτό με βοήθησε για να επικεντρώσω την προσοχή μου πάνω…
Πέρασες σαν σίφουνας από μπροστά μου. Μια ζωή αυτό κάνεις άλλωστε. Πάλι κρυβόσουν σαν χαμένη στης πόλης τα στενά, έτσι απλά γιατί γουστάρεις να τρέχεις χωρίς προορισμό. Τα μάγουλά σου έγιναν κόκκινα από το κρύο και το λαχανητό. Πέταξες το κασκόλ σου στα γρήγορα και…
Όλα ήταν κανονισμένα από την αρχή. Ήμασταν συνεπείς στο ραντεβού μας με τη μοίρα. Με τυλίξανε με μια κουβέρτα που ήταν μούσκεμα απ’ τη βροχή κι απ’ τα κύμματα και όλοι μαζί ανεβήκαμε στη σάπια βάρκα τής προσφυγιάς. Φύγαμε ένα βράδυ, στα κλεφτά, καθώς βροντές…
Οι ιστορίες μου δεν ήταν ποτέ χαρούμενες. Για την ακρίβεια, αγωνιούσαν να βρούνε τη χαρά μέσα από τις δαιδαλώδεις διαδρομές της θλίψης. Από μικρό παιδί θυμάμαι πόσο λάτρευα να βαδίζω πάνω τους, καθώς με οδηγούσαν σε σκέψεις που γι’ άλλους ήταν απονενοημένες. Τα “λυπητερά” τραγούδια,…
Τις προάλλες κοντοστάθηκα έξω από ένα νεκροταφείο. Μου ‘κανε εντύπωση γιατί είχε μαζευτεί κόσμος πολύς, άντρες κυρίως, που είχανε σχεδόν όλοι τους μουστάκια σέρτικα, επιβλητικά, πλάι σε δόντια χρυσαφένια. Και σε κοιτούσαν με βλέμματα περίεργα, θολά, λες και το ένα τους το μάτι ήτανε κανονικό…
Και που λέτε, γεννήθηκα πάνω σ’ ένα σκουριασμένο παγκάκι, δίπλα σε μερικούς στίχους που μιλάγανε γι’ αγάπη, κοντά στα σκαλοπάτια της εκκλησιάς, με τη μάνα μου να σέρνει τα ματωμένα της σκέλια, φιλώντας τα πόδια του Θεού. Όλα ‘γίναν γρήγορα, βιαστικά, χωρίς θερμοκοιτίδες, χωρίς βιντεοκάμερες…
Τελευταία, ένα περίεργο πράγμα, πιάνω τον εαυτό μου να δακρύζει με το παραμικρό. Δεν ξέρω ειλικρινά πώς να το εξηγήσω. Θυμάμαι, μέχρι πριν από λίγο καιρό ήταν μετρημένες στα δάχτυλα οι φορές που μ’ έπαιρναν τα ζουμιά, ειδικά μετά τη δικαιολογημένα εύθραυστη κι ανεπιτήδευτη παιδική…